βέκος

βέκος
Grammatical information: m.
Meaning: `bread' (Hdt. 2,2)
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [114] *bʰeg- `bake'.
Etymology: Given by Herodotus as Phrygian, which seems confirmed by its occurrence in Phr. inscriptions. Hipponax (fr. 125 Masson) seems to give it as Cyprian (where it might have come from Phrygian?); s. Masson 167f. Solmsen KZ 34 (1897) 70. Fur. 297 compares βέσκεροι ἄρτοι ὑπο Λακώνων H.: "eine altes vorgriechisches Restwort, das sich in drei entlgenen Gebieten (Zentral-Kleinasien, Kypros, Peloponnesos) behauptet hat." This would fit Herodotus' story that it is the oldest word to be found in the world.

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βέκος — και βεκός, ο (Α) ψωμί. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. θεωρήθηκε από τον Ηρόδοτο φρυγική, ενώ από άλλους κυπριακή. Μαρτυρείται πράγματι λ. bekos σε φρυγικές επιγραφές που αν σήμαινε «ψωμί» μπορεί να είχε εισαχθεί στην Έφεσο, Κύπρο κ.α. Εξάλλου σύμφωνα με τη… …   Dictionary of Greek

  • βεκός — bread neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βέκος — βεκός bread neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βέκκος — βεκός bread neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βέκους — βεκός bread neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεκκεσέληνος — βεκκεσέλληνος, ον (Α) απαρχαιωμένος, ξεκουτιασμένος, ανόητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < βέκος + σελήνη, αν η λ. βέκος* συνδεθεί με την έννοια της αρχαιότητας, ως η πιο αρχαία λ. που επινόησαν οι άνθρωποι] …   Dictionary of Greek

  • bheg-, bheng- —     bheg , bheng     English meaning: to break     Deutsche Übersetzung: “zerschlagen, zerbrechen”     Material: O.Ind. bhanákti, perf. babháñja “break, rupture” (only afterwards after reshuffled the 7th class), bhaŋga ḥ “break; billow” (compare …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • φωνώ — έω, και πωνίω Α [φωνή] 1. εκβάλλω φωνή ή, γενικότερα, παράγω ήχο 2. (για πρόσ.) α) μιλώ δυνατά, φωνάζω ή μιλώ με καθαρότητα β) (απλώς) λέω κάτι («ἔπος φάτο φώνησέν τε», Ομ. Οδ.) γ) (ειδικά) ξεφωνίζω, ιδίως από χαρά («φωνήσατ ὦ γυναῑκες», Σοφ.) 3 …   Dictionary of Greek

  • φώγω — ΜΑ, και φῴζω και φώγνυμι και φωγνύω Α ψήνω ή ξηραίνω στη φωτιά ή στον ήλιο. [ΕΤΥΜΟΛ. Τεχνικός όρος με μορφολογική ποικιλία ως προς το επίθημα. Κατά την επικρατέστερη άποψη, το ρ. ανάγεται στην ετεροιωμένη βαθμίδα *bhō g τής ΙΕ ρίζας *bhē… …   Dictionary of Greek

  • βέκκα — βέκκᾱ , βεκός bread neut nom/voc/acc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • b(e)u-1, bh(e)u- —     b(e)u 1, bh(e)u     English meaning: expr. sound of hitting     Deutsche Übersetzung: schallnachahmend for dumpfe Schalleindrũcke, e.g. Uhuruf, dumpfer Schlag among others     Material: Pers. būm “owl”; Arm. bu, buēč “owl” (without consonant …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.